The Project Gutenberg eBook of Μενέξενоς

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Μενέξενоς

Author: Plato

Translator: I. Zervos

Release date: May 5, 2012 [eBook #39633]

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΜΕΝΈΞΕΝОΣ ***

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Footnotes have been converted to endnotes. // Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.



Πρώτη σελίδα

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ

ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΖΕΡΒΟΥ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Εις την σειράν των Πλατωνικών διαλόγων ο Μενέξενος έχει θέσιν μοναδικήν. Και αν, ακολουθούντες την σχολαστικήν κατάταξιν, ηθέλαμεν να τον χαρακτηρίσωμεν, δεν θα ηδυνάμεθα ούτε σωκρατικόν, ούτε μεταφυσικόν, ούτε αισθητικόν, ούτε πολιτικόν να τον ονομάσωμεν. Πολύ ολιγώτερον δεν θα ηδυνάμεθα να τον είπωμεν ηθικόν, όπως τον σημειώνει η αρχαία γραμματική παράδοσις. Διότι απλώς και μόνον είναι ο Μενέξενος θαυμάσιον σατυρικόν κομψοτέχνημα του Πλάτωνος — μία ειρωνική σάτυρα και σατυρική ειρωνεία κατά των ρητόρων εκείνης της εποχής και γενικώτερα κατά της ρητορείας μέσα εις την οποίαν εκολυμβούσαν τότε οι Αθηναίοι όλοι, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, πολιτικοί και λαός. Η γραφομένη αττική διάλεκτος, μάλλον κατασκεύασμα των τότε ανεπτυγμένων παρά αυθόρμητη γλώσσα του λαού, σοφά ζωντανευμένη όμως με τους ιδιωτισμούς και τας ποικιλίας της εκφράσεως του Αθηναϊκού λαού, έγινε θαυμαστόν και ίσως μοναδικόν όργανον φιλοσοφικής και περιεκτικής και λογικευτικής εκφράσεως. Ο τρόπος του συνδυασμού των λέξεων και της συναρτήσεως των φράσεων, ιδίως των μετοχικών και απαρεμφατικών, καθώς και η επιτηδεία χρήσις επιρρηματικών μορίων και αφηρημένων επιθετικών προσδιορισμών, έδιδαν όλ' αυτά μαζί κάποιαν ενάργειαν εις τον ορισμόν κάθε σκέψεως και κάθε πράγματος και συνάμα κάποιαν γενικότητα χαρακτηρισμών. Ώστε από ένα βαθύγνωμον Θουκυδίδην ή από ένα σοφώτατον Πλάτωνα ή από ένα καλλιτέχνην Ξενοφώντα να διατάσσεται η Αττική έκφρασις με αρτιότητα καταπληκτικήν, άφθαστον, τελείως δε αρμονίζουσαν την έννοιαν με τον ήχον.

Ακριβώς όμως η τελειότης της Αττικής γλώσσης και η θαυμαστή φανέρωσις της τελειότητός της εις τα έργα των μεγάλων συγγραφέων και εις τους λόγους των υπερόχων πολιτικών και σοφιστών παρέσυραν τους πολλούς και τους συνήθεις εις γλωσσικήν παρεκτροπήν, ήτοι εις παιγνιώδη χρήσιν της γλώσσης δι' αντιθέσεων και διαστολών ασυνηθίστων, διά συνδυασμών και συναρτήσεων απροσδοκήτων, διά φορτικής παρεμβολής μορίων και δι' άλλων ποικίλων τρόπων φρασεολογικών. Εις τόσον δε πολύ έφθασεν η παρεκτροπή, ώστε, ως δύναται κανείς εύκολα να συμπεράνη από τας λεπτομερείας της ιστορίας των Αθηναίων εκατάντησε να πείθουν οι ρήτορες και να παρασύρουν όχι με νοήματα εμβριθή αλλά με φρασεολογίας στομφώδεις. Κ' εκατάντησεν ακόμα να εκλαμβάνεται υπό του λαού η γραμματισμένη φλυαρία αντί σοφίας και η σπουδή της ρητορικής ως ανωτέρα μόρφωσις. Το δε χειρότερον έγινεν η γλωσσομανία αίτιον, από τα κυριώτερα μάλιστα, της ελαφρογνωμίας και της απραγμοσύνης των ανθρώπων, σύγκαιρα δε της επιπολαιότητος και της ανοησίας εις την διαχείρισιν των πολιτικών πραγμάτων.

Εκείνον τον καιρόν υπήρξαν ρήτορες (αυτού του είδους), επαγγελματίαι συζητηταί των κυβερνητικών ζητημάτων και άλλοι ρήτορες φλύαροι των δικαστηρίων και άλλοι ακόμη διδάσκαλοι ρήτορες διά να πληθύνεται έτσι η ρητορευτική γενεά, παράλληλα με την άλλην εκείνην γενεάν των επαγγελματιών σοφιστών, η οποία βαθμηδόν διέστρεψε την φυσικήν αίσθησιν και την λογικήν.

Εις την ακμήν της εποχής αυτής των λόγων είχεν επιστρέψει το 389 ο Πλάτων εις τας Αθήνας, ξενιτεμμένος πριν δέκα χρόνους, αφ' όταν δηλαδή έφυγεν από τας Αθήνας αγανακτημένος και θλιμμένος διά τον τραγικόν θάνατον του Σωκράτη. Και βλέποντας τώρα ταθηναϊκά πράγματα με την ώριμον, ποικίλην δε σοφίαν του και με την γενικήν, πολύτροπον δε πείραν του αισθάνθη αγανάκτησιν και παρωξύνθη εις επίκρισιν. Έπειτα — και τούτο είναι πάντοτε ιδιάζουσα ροπή των υπερόχων — η αγανάκτησις εξετυλίχθη εις ειρωνείαν καλλιτεχνικήν και λεπτοτάτην. Αργότερα η μεγάλη και υψηλή δημιουργικότης του εφανερώθηκεν ακέραια εις την φιλοσοφίαν και εις την καθολικήν σκέψιν με τον αυτόν διαλογικόν τύπον, αλλά ποιητικώτερα και με ολιγώτερον συζητητικόν τρόπον.

Εις την πρώτην περίοδον της συγγραφικής φανερώσεως του Πλάτωνος, πριν ίσως γραφούν οι διάλογοι που απέβλεπαν εις διαιώνισιν της μνήμης του Σωκράτη και της Σωκρατικής διδασκαλίας, εγράφη πιθανώς ο Μενέξενος — διάλογος που δεν έχει τίποτε το φιλοσοφικόν, είναι δε μόνον λεπτή σάτυρα της πολιτικής ρητορείας και των τότε ρητόρων, ιδίως του Λυσία και του Ισοκράτη. Έχοντας εις τον νουν τους πολιτικούς λόγους αυτών και άλλων ρητόρων της εποχής και ανακατεύοντας σκέψεις των συνηθισμένας και φράσεις των στερεοτύπους και μιμήσεις των από την ρητορικήν του Περικλέους, χρησιμευόμενος δε υπερβολικά ως ακριβώς εκείνοι τα πολλά της Αττικής διαλέκτου μόρια (δη, τοι, μέντοι, γαρ, ουν κ. τ. λ.) όχι όπου εχρειάζετο εις το νόημα, αλλ' όπου εσυμπλήρωναν τον ήχον και τέλος σοφιστικά, όπως εκείνοι λογικευόμενος διά να συμβιβάση τασυμβίβαστα και να δικαιολογήση ταδικαιολόγητα, έγραψεν ένα λόγον επιτάφιον, εγκωμιαστικόν διά πεσόντας εις τον πόλεμον Αθηναίους. Και ως αφετηρίαν λαμβάνων τον περίφημον επιτάφιον του Περικλή, που μας τον διέσωσεν ο Θουκυδίδης εις την ιστορίαν του και που είχε χρησιμεύσει, φαίνεται, ως πρότυπον αδεξίων έπειτα μιμήσεων, κατεσκεύασε τον παραδοξότερον ίσως ρητορικόν λόγον εξ όσων ποτέ εγράφησαν, εκπληκτικόν μίγμα κρίσεως και ακρισίας, αληθείας και ψεύδους, ευθύτητος και σοφιστείας — «Pastiche curieux de l' éloquence des rheteurs du temps», ως ωραία τον χαρακτηρίζει σοφός φιλόλογος.

Φαίνεται δε ότι έγινεν αισθητή εις όλους η ειρωνεία και ότι άρεσεν η καλλιτεχνική διατύπωσις αυτής, διότι έγινε γνωστότατος από τότε ο Μενέξενος.

Η ονομασία του διαλόγου — όπως συνήθως έγινε διά τους περισσοτέρους Πλατωνικούς διαλόγους — εδόθη από τον συνομιλητήν του Σωκράτους Μενεξένου, που υπήρξεν ένας των νεωτέρων μαθητών του Σωκράτη, νέος από ευγενικήν οικογένειαν και ωραίος, εξάδελφος του Κτησίππου του Παιονέως. Ο λαμπρός και ωραίος επίσης Κτήσιππος φαίνεται να επρωτοδίδαξε τον Μενέξενον την σοφιστικήν τέχνην, εις την οποίαν και διεκρίθη.

Παλαιότερα μερικοί φιλόλογοι αμφισβήτησαν την γνησιότητα του διαλόγου, κάπως αυθαίρετα, διότι και η επιδεξιότης της εκφράσεως και η λεπτότης της σκέψεως και ο ειρωνικός τρόπος και η χάρις του ύφους εις τον Μενέξενον είναι όλα πλατωνικά και αμίμητα. Σήμερον όμως διά τούτους και δι' άλλους ειδικούς λόγους η κριτική αναγνωρίζει τον Μενέξενον ως αυθεντικόν του Πλάτωνος έργον.

Εις την μετάφρασιν επροσπάθησα ν' ακολουθήσω τας παραλαγάς και μεταπτώσεις και διαφοράς ύφους, που υπάρχουν εις το πρωτότυπον, επίτηδες διά να φανή η ειρωνική μίμησις του ενός ή του άλλου ρήτορος, ο στόμφος ή ο όγκος ή το ακαλαίσθητον, περίτεχνον ή σκολιόν της φράσεως. Δεν παρέλειψα δε και το φόρτωμα της φράσεως με μόρια, επιρρήματα δηλαδή και συνδέσμους, διά να αποδοθή όσο το δυνατόν ο σκοπός τού διαλόγου η πλατωνική δηλαδή ειρωνεία της ρητορείας.

Αι λέξεις όσαι είναι εις αγκύλας είναι πρόσθετοι, βαλμέναι διά να σαφηνίζεται το νόημα και να διευκολύνεται η αντίληψις εις πρόχειρον ανάγνωσιν.

I. ΖΕΡΒΟΣ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ

ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ

(ή επιτάφιος· ηθικός).

Σωκράτης

Από την αγοράν έρχεσαι, Μενέξενε, ή από πού αλλού;

Μενέξενος

Από την αγοράν, Σωκράτη, και μάλιστα από το βουλευτήριον.

Σωκράτης

Και τι σχέσιν εσύ έχεις με το βουλευτήριον; ή μήπως κρίνεις ότι ετελειοποιήθης πλέον εις την μόρφωσιν και εις την φιλοσοφίαν και ωσάν ικανός πλέον σκέπτεσαι να ασχοληθής με μεγαλύτερα και να γίνης άρχων, ω θαυμαστέ μου, ημών των γεροντοτέρων, εις τοιαύτην ηλικίαν ευρισκόμενος συ, διά να μη παύση δίνοντάς μας η οικογένειά σου πάντοτε κανένα κυβερνήτην;

Μενέξενος

Αν συ μου το επιτρέπης, Σωκράτη, και αν είναι της γνώμης σου να γίνω άρχων, θα επιδιώξω πρόθυμα τούτο· ειδ' αλλέως όχι. Και όσο για τώρα επήγα εις το βουλευτήριον μαθόντας πως η βουλή πρόκειται να εκλέξη ποιος θα κάμη λόγον εις τους αποθανόντας· διότι το γνωρίζεις βέβαια ότι πρόκειται να τους κάμουν επίσημον ενταφιασμόν.

Σωκράτης

Βεβαιότατα [το ξέρω]· αλλά ποιον εξέλεξαν;

Μενέξενος

Κανένα· αλλ' έκαμαν αναβολήν δι' αύριον· θαρρώ όμως πως τον Αρχίνον ή τον Δίωνα θα εκλέξουν.

Σωκράτης

Ώστε που καταντά, Μενέξενε, να είναι διά πολλούς λόγους ωραίον πράγμα το να πεθαίνη κανείς στον πόλεμο. Διότι και κηδείαν ωραίαν μεγαλοπρεπή έτσι πετυχαίνει, ακόμη κι' όταν πεθάνη όντας πτωχός, και στον ίδιο καιρό ακόμη, κι' αν ήτο τιποτένιος, λαβαίνει έπαινο από άνδρας που είναι σοφοί και που δεν επαινούν έτσι πρόχειρα, αλλά με λόγους συνταγμένους με χρονοτριβήν και που τόσον ώμορφα διατυπώνουν τους επαίνους αυτοί, ώστε και τα υπάρχοντα και τα μη υπάρχοντα (καλά) λέγοντες για τον καθένα και κάπως με ωραιότατες λέξεις στολίζοντάς τα μας γοητεύουν τας ψυχάς, και για την πόλιν κάνοντας εγκώμια με όλους τους τρόπους κ' εκείνους που έχουν πέσει στον πόλεμο επαινούντες και τους προγόνους μας όλους όσοι προϋπήρξαν κ' ακόμα εμάς τους ιδίους τους ζωντανούς. Ώστε εγώ τουλάχιστον, ω Μενέξενε, λαβαίνω μεγάλην ιδέαν για τον εαυτό μου σαν επαινούμαι απ' αυτούς και κάθε φορά [που μιλούν] στέκομ' έτσι ακούοντάς τους κ' ευχαριστούμενος, θαρρώντας πως μονομιάς έχω γίνει μεγαλύτερος και γενναιότερος και ωμορφότερος. Και σαν που της περσότερες φορές πάντα βρίσκονται να μ' ακολουθούν μερικοί ξένοι κι' ακούουν μαζί μου, σ' αυτούς δα πιο αξιόπρεπος έτσι πρόχειρα φανερώνομαι· γιατί κι' όλα παθαίνουν μου φαίνεται κ' εκείνοι τα ίδια και σχετικώς μ' εμέ και σχετικώς με όλη την άλλη πόλιν, νομίζοντάς την πλέον αξιοθαύμαστη παρ' ό,τι πριν την ενόμιζαν, αποκτώντας την τέτοια γνώμη από εκείνον που ομιλεί. Και σε μένα η αξιοπρέπεια αυτή βαστά κάτι παραπάνω από τρεις μέρες. Έτσι ζωντανά και τα λόγια και η απαγγελία απ' αυτόν που τα λέγει μπαίνει μέσα στ' αυτιά μου, ώστε μόλις στην τετάρτην ή την πέμπτη ημέρα ξαναθυμάμαι τον εαυτόν μου και ανανοιόνω σε ποιον τόπο της γης βρίσκομαι, γιατί ως την ώρα εκείνη μόνο που εις τα νησιά των μακάρων δεν λέω να βρίσκωμαι· τόσον άξιοι μάς είναι οι ρήτορές μας.

Μενέξενος

Πάντα εσύ, Σωκράτη, περιγελάς τους ρήτορας. Όσο για τώρα όμως εγώ θαρρώ πως εκείνος που θα εκλεχθή δεν θα καλοπεράση και πολύ· γιατί όλως διόλου πρόχειρα θα έχη γίνει η εκλογή, ώστε ίσως βρεθή στην ανάγκη όποιος θα κάμη το λόγο να μιλήση αυτοσχεδιάζοντας σχεδόν [την ώρα που μιλεί).

Σωκράτης

Από πού [το συμπέρασμα], λαμπρέ μου άνθρωπε; Είναι τους για καθέν απ' αυτά τα πράγματα λόγοι έτοιμοι πρωτύτερα· και συνάμα ουδ' είναι δύσκολο να μιλά κανείς πρόχειρα για τα τέτοια τουλάχιστον πράγματα, Γιατί, αν ήταν ανάγκη να επαινεθούν οι Αθηναίοι μπροστά σε Πελοποννησίους ή μπροστά στους Αθηναίους (να επαινεθούν) οι Πελοποννήσιοι, θα εχρειαζότουν να είναι καλός ρήτορας ένας για να τους πείση και να κάμη καλήν εντύπωσιν. Αλλ' όταν κανείς αγωνίζεται (ομιλή) ανάμεσα σ' εκείνους που ακριβώς αυτούς τους ίδιους επαινεί, τότε δεν είναι, θαρρώ, μεγάλο κατόρθωμα το να μιλήση καλά.

Μενέξενος

Δεν το θαρρείς [μεγάλο], Σωκράτη;

Σωκράτης

Όχι δα, μα τον Δία.

Μενέξενος

Θαρρείς λοιπόν πως θα ήσουν και συ άξιος να κάμης τον λόγο, αν ήτον ανάγκη, και σε είχε τυχόν εκλέξει η βουλή.

Σωκράτης

Και ως προς εμέ λοιπόν, Μενέξενε, δεν θα ήτον αξιοθαύμαστον αν θα ήμουν ικανός να μιλήσω, που έτυχε να είναι διδάσκαλός μου εις την ρητορικήν όχι καμμία ανίκανη, αλλά η γυναίκα εκείνη που και άλλους έχει φτιάσει πολλούς και καλούς ρήτορας, ένα δε μάλιστα υπέροχον μεταξύ των Ελλήνων, τον Περικλέα, τον υιόν του Ξανθίππου.

Ποιά είν' αυτή; Μήπως, βέβαια, για την Ασπασία θέλεις να πης;

Σωκράτης

Γι' αυτήν βέβαια θέλω να πω και μαζί μ' αυτήν για τον Κόνον, τον υιόν του Μητροβίου, διότι οι δύο τους είναι διδάσκαλοί μου, αυτός μεν της μουσικής, εκείνη δε της ρητορικής· λοιπόν ο έτσι μορφωμένος δεν είναι άξιον απορίας αν έχει ικανότητα εις την ρητορείαν. Αλλά και όποιος τυχόν εσπούδασε χειρότερά μου, την μουσικήν έχοντας διδαχθή από τον Λάμπρον, την δε ρητορικήν από τον Αντιφώντα τον Ραμνούσιον, κι' αυτός ακόμη θα ήτον ικανός τους Αθηναίους επαινώντας μπρος στους Αθηναίους να κάμη καλήν εντύπωσιν.

Μενέξενος

Και τι λοιπόν θα μπορούσες να πης, αν τυχόν ήτον ανάγκη να κάμης εσύ τον λόγον;

Σωκράτης

Εγώ μεν ο ίδιος από δικά μου ίσως τίποτε, την Ασπασίαν όμως και χθες ακόμη την ήκουσα που έκαμνε το τέλος ενός επιταφίου λόγου γι' αυτά ακριβώς τα [σημερνά] πράγματα. Διότι έμαθε αυτά που λες και συ, ότι επρόκειτο οι Αθηναίοι να εκλέξουν ένα για ν' απαγγείλη επιτάφιον· έπειτα άλλα μεν μέρη [του λόγου) απροπαρασκεύαστα μου απήγγειλε, τι δηλαδή θα εχρειάζετο να ειπωθούν, άλλα δε έχοντάς τα ετοιμάσει από πρώτα, όταν, όπως θαρρώ, εσύνθετε τον επιτάφιον λόγον, τον οποίον είπεν ο Περικλής, συγκολλώντας [αυτή τώρα] απομεινάρια από τον λόγον εκείνον.

Μενέξενος

Και θα μπορούσες να διατηρήσης εις την μνήμην σου αυτά που έλεγεν η Ασπασία;

Σωκράτης

Θα μου ήταν άδικο να μη τα ενθυμούμαι· διότι τα εμάνθανα δα απ' αυτήν και λίγο έλειψε να τιμωρηθώ με ξύλο, διότι ελησμονούσα.

Μενέξενος

Γιατί λοιπόν δεν μου τα απήγγειλες;

Σωκράτης

Αλλά διά να μη τυχόν δυσαρεστηθή η διδασκάλισσά μου, εάν εγώ απαγγείλω τον λόγον της.

Μενέξενος

Αυτό δα ολότελα δεν θα συνέβαινεν. Αλλά συ απάγγειλέ μου και θα μου κάμης μεγάλην ευχαρίστησιν, είτε της Ασπασίας θέλεις ν' απαγγείλης τον λόγον είτε οποιουδήποτε άλλου. Φθάνει μόνον ν' απαγγείλης.

Σωκράτης

Ίσως όμως με περιπαίξης όταν σου φανώ να παίζω έτσι ακόμη ενώ είμαι γέρος.

Μενέξενος

Καθόλου, Σωκράτη. Αλλ' απάγγειλέ τα με οποιονδήποτε τρόπον.

Σωκράτης

Ας είναι λοιπόν. Πρέπει να σου γίνεται χάρις εσένα· έτσι που λίγο λείπει, αν με παρακαλούσες να γυμνωθώ και να χορέψω, θα σου έκανα κι' αυτό το χατήρι σαν που μάλιστα είμεθα μόνοι. Άκουε τώρα όμως. Απήγγελλε λοιπόν, όπως θαρρώ, αρχίζοντας να μιλή πρώτα για τους ίδιους τους πεθαμμένους αυτά περίπου.

Δι' έργου (εμπράκτως) μεν έχουν αυτοί εδώ τα πρέποντα εις αυτούς, που λαβόντας τα τραβάν τον πεπρωμένο δρόμο, αφού κατευωδόθησαν γενικώς από την πόλιν, ιδιαιτέρως δε από τους συγγενείς των. Διά λόγου δε απομένει να συμπληρωθή η τελετή προς τιμήν αυτών, που και ο νόμος προστάζει το (να γίνεται) και πρέπον είναι (να γίνεται). Διά των έργων, που καλώς επράχθησαν, διατηρείται η ενθύμησίς των εις τους ακούσαντας και στολισμός όμως εκείνων που τα έργα έπραξαν γίνεται από λόγον καλά ειπωμένον. Αλλά χρειάζεται ένας τέτοιος λόγος οπού τους μεν αποθαμμένους πρεπούμενα να επαινέση, τους δε ζωντανούς καλόγνωμα να παραινέση, παρακινώντας μεν τους απογόνους και τους αδελφούς των αποθαμμένων να μιμηθούν την ανδρείαν αυτών, παρηγορώντας δε τους πατέρας και τας μητέρας και τους άλλους τυχόν προγόνους των, αυτούς που ακόμη ζουν. Ποιoς λοιπόν λόγος θα ηδύνατο να μας φανή τέτοιος; Ή από πού θ' αρχίζαμε σωστά να επαινούμε άνδρας αγαθούς, οι οποίοι και ζώντες επροξενούσαν χαράν εις τους δικούς των εξ αιτίας της αρετής των και τον θάνατον εδέχθησαν να υποστούν προτιμώντες αυτόν παρά την σωτηρίαν της ζωής των. Κρίνω εγώ πως σύμφωνα με την φύσιν πρέπει όπως πρώτα υπήρξαν αγαθοί, έτσι με την σειράν και να κάμωμεν τον έπαινό τους. Υπήρξαν δε αγαθοί, διότι εγεννήθηκαν από αγαθούς. Πρώτα λοιπόν την καλή γενιά των πρέπει να εγκωμιάζωμεν και δεύτερον την ανατροφήν και την εκπαίδευσίν των. Ύστερα δε σ' αυτά επάνω πρέπει να επιδείξωμεν διά τα έργα των πως τα έπραξαν ωραία και άξια με [τα προσόντα των] εκείνα.

Και πρώτ' απ' όλα η ευγένεια εις αυτούς υπήρξεν απ' αυτήν την γένεσιν των προγόνων των, οι οποίοι δεν είχαν ξένην καταγωγήν, από ανθρώπους δηλαδή που οι απόγονοί των να είχαν έλθει απ' αλλού και εγκατασταθή εις την χώραν, αλλ' από ανθρώπους που ήσαν αυτόχθονες και πραγματικά εκατοίκησαν και έζησαν εις την πατρίδα των και που τους ανάστησεν όχι μητρυιά όπως άλλους, αλλά μητέρα χώρα, αυτή [εδώ] δηλαδή που εκατοικούσαν και τώρα [όντας έτσι ευγενείς] αναπαύονται αποθαμμένοι σε τόπους δικούς των της χώρας αυτής που τους ανέθρεψε και τους εγέννησε και τους εδέχθη. Γι' αυτό κ' είναι δικαιότατον να στολίσωμε πρώτα μ' επαίνους αυτήν την μητέρα τους γην διότι έτσι κι' όλα στολίζεται σύγκαιρα με επαίνους και η ευγένεια τούτων εδώ.

Και το αξίζει η χώρα να επαινήται απ' όλους τους ανθρώπους, όχι μόνον από μας, για πολλούς μεν και άλλους λόγους, κυρίως δε και μάλιστα, διότι έχει την αγάπην των θεών. Κ' είναι του λόγου μας αυτού απόδειξις η φιλονικία και η κρίσις των θεών που ευρέθηκαν εις διαφοράς αναμεταξύ των χάριν αυτής. Εκείνη δε η χώρα, που οι θεοί την επαίνεσαν, πώς δεν θα είχε δικαίωμα να έχη έπαινον απ' όλους πέρα-πέρα τους ανθρώπους; Δεύτερος δε δικός της έπαινος δίκαιος θα ήτον το ότι εκείνο τον καιρό που όλ' η γη έβγανε κ' εγεννούσε κάθε λογής άγρια ζώα είτε θεριά είτε βοσκούμενα, τον ίδιο καιρό τότε η δική μας χώρα εφανερώθη μη γεννώντας μηδ' έχοντας άγρια θηρία, ενώ απ' εναντίας εδιάλεξεν από τα ζώα κ' εγέννησε τον άνθρωπον, που αυτός και στο νουν υπερέχει και μόνος έχει γνώσιν του δικαίου και των θεών. Μεγάλη δε απόδειξις αυτού μου του λόγου, ότι δηλαδή αυτή εδώ η γη εγέννησε τους προγόνους τούτων και τους ιδικούς μας [είναι το εξής]: Κάθε ον που γεννά έχει μέσα του την τροφήν, την κατάλληλον να θρέψη τη γέννα του· κατ' αυτόν τον τρόπον γίνεται φανερή μία γυναίκα αν εγέννησε αληθινά ή όχι και εξελέγχεται, εάν δεν έχη εις τον εαυτόν της πηγές (μαστούς) τροφής διά το νεογέννητον. Από τούτο λοιπόν ακριβώς και η δική μας γη και μητέρα παρέχει αρκετήν απόδειξιν του ότι εγέννησεν ανθρώπους· διότι μόνη αυτή τον καιρό εκείνο και πρώτη έβγαλε τροφήν δι' ανθρώπους, καρπόν δηλαδή του σταριού και του κριθαριού, με τον οποίον ωραιότατα και τελειότατα τρέφεται το ανθρώπινον γένος, που έχει να 'πή ότι πράγματι τούτο το ζώον αυτή το εγέννησε. Πιο πολύ δε διά την γην παρά διά την γυναίκα είναι σωστό να δεχώμεθα τοιαύτας αποδείξεις· διότι η γη δεν έχει μιμηθή την γυναίκα στην εγκυμοσύνη και στην γέννα, αλλά η γυναίκα έχει μιμηθή την γην. Αυτόν δε τον καρπόν [του σταριού και του κριθαριού] δεν τον εκράτησε ζηλότυπα διά τον εαυτόν της, αλλά εμοίρασε και εις τους άλλους. Και ύστερα δε απ' αυτό την παραγωγήν του λαδιού, για ανακούφισι των κόπων, την έδωκεν εις τους απογόνους [των πρώτων ανθρώπων]· σαν δε τους έθρεψε και τους εμεγάλωσε ως την εφηβικήν ηλικία, άρχοντας και διδασκάλους γι' αυτούς έφερε θεούς, των οποίων τα ονόματα σωστό είναι εδώ δα να τα παραλείψωμε, γιατί τα ξέρουμε· οι οποίοι όμως ετακτοποίησαν έτσι τη ζωή μας, ώστε να είναι επιδεξία για την καθημερινή συντήρησί μας, με το να διδάξουν πρώτους εμάς της τέχνες, μαθαίνοντές μας σύγκαιρα πώς ν' αποκτήσωμε και πώς να μεταχειριζώμεθα όπλα, διά να φυλάττωμε την χώραν μας.

Έτσι γεννημένοι και αναθρεμμένοι οι πρόγονοι τούτων εδώ (των αποθαμμένων) εκατοικούσαν την χώραν, συστήσαντες ένα πολίτευμα που πρέπει να ειπώ και γι' αυτό ολίγας λέξεις· διότι το πολίτευμα είναι όπως η ανατροφή, που γίνονται οι άνθρωποι καλοί μ' αυτήν αν είναι καλή και κακοί αντίθετα. Πρέπει λοιπόν να δείξω το πως οι πατέρες μας έζησαν μέσα εις εξαίρετον πολίτευμα, το οποίον τους έκαμε καλούς· όπως και τους σημερινούς ανθρώπους, που μέσα εις αυτούς συγκαταλέγονται και αυτοί εδώ οι πεθαμμένοι.

Το πολίτευμα λοιπόν αυτό δεν άλλαξε· ήτον τότε ό,τι είναι και σήμερα, η αριστοκρατία που μ' αυτήν κυβερνώμεθα και τώρα και πρωτύτερα σχεδόν πάντοτε. Και άλλος μεν την ονομάζει δημοκρατίαν, άλλος δε αλλέως, όπως του αρέσει· είναι δε αληθινά επάνω εις την καλήν γνώμην του πλήθους στηριγμένη αριστοκρατία. Διότι βασιλείς μεν έχουμε πάντοτε· αλλ' αυτοί τον παλαιόν καιρόν εγίνοντο από καταγωγήν, κατόπιν δε ως τώρα εκλέγονται. Για τα πιο πολλά δε πράγματα της πόλεως έχει την εξουσίαν το πλήθος (ο λαός) και αυτό δίδει την κυβέρνησι και την δύναμι σ' εκείνους πάντα που ήθελε του φανούν πως είναι οι καλύτεροι κι' ούτε κανείς αποκλείεται απ' αυτό το δικαίωμα [της εκλογής] εξ αιτίας αδυναμίας ή πτωχείας ή αφανείας των πατέρων του καθώς και ούτε κανείς εξ αιτίας των αντιθέτων [δυνάμεως δηλαδή και πλούτου και επισημότητος] έχει αποκτήσει τιμητικά αξιώματα, όπως [συμβαίνει] εις άλλας πόλεις. Αλλά ένας είναι ο όρος μας: εκείνος που φαίνεται πως είναι σοφός ή ενάρετος αυτός παίρνει εξουσίαν και διοίκησιν.

Αιτία δε που έχομεν ημείς αυτό το πολίτευμα είνε το ότι ως προς την γένεσιν είμεθα όλοι μας ίσοι. Διότι αι μεν άλλαι πόλεις έχουν σχηματισθή από κάθε καταγωγής ανθρώπους και ως προς την υπόστασίν των ανωμάλους, ώστε ανώμαλα είναι και τα πολιτεύματά των, είτε τυραννικά είτε ολιγαρχικά· κ' έτσι κατοικούν μαζί, ποιοι δούλους και ποιοι αυθέντας νομίζοντες ο ένας τον άλλον· ημείς δε και οι δικοί μας, όλοι γεννημένοι αδελφοί από μια μητέρα, δεν έχομεν την αξίωσιν να είμεθα δούλοι ή αυθέντες ο ένας του άλλου· απ' εναντίας η ομοία καταγωγή μας, ήγουν η ισονομία μας η φυσική μας αναγκάζει να ζητούμεν να επιτύχωμεν το κάθε τι σύμφωνα με τον νόμον και σε κανένα άλλον αναμεταξύ μας να μην υπακούωμεν παρά εξ αιτίας της αρετής του και της φρονήσεως.

Και δι' αυτό αναθρεμμένοι μέσα εις όλην την ελευθερίαν οι πατέρες τούτων και οι δικοί μας και αυτοί εδώ [οι πεθαμμένοι], αφού και καλογεννημένοι ήσαν, έκαμαν πολλά, ως είναι γνωστόν, και καλά έργα εις όλους τους ανθρώπους και ιδιωτικώς και δημοσίως, λογίζοντες πως διά την υπεράσπισιν της ελευθερίας είχαν χρέος να πολεμούν και με Έλληνας υπέρ Ελλήνων και με βαρβάρους υπέρ όλων των Ελλήνων. Έτσι και το πώς εναντίον του Ευμόλπου και των Αμαζόνων που είχαν εισβάλη εις την χώραν, και εναντίον άλλων ακόμη παλαιότερα, υπερασπίσθηκαν με πόλεμον και το πώς υπερασπίσθηκαν με πόλεμον τους Αργείους εναντίον των Καδμείων και τους Ηρακλείδας εναντίον των Αργείων θα είχα λίγο διάστημα χρόνου, να διηγηθώ εγώ όπως αξίζει· αλλέως και ποιηταί έχοντες ως τώρα υμνήσει αρκετά την ανδρείαν αυτών με μουσικόν τρόπον την διεφήμισαν έτσι εις όλους, εάν δε ημείς επιχειρήσωμεν τα αυτά [κατορθώματα] με λόγον γυμνόν [από ποιητικάς εκφράσεις] να τα επαινέσωμεν, χωρίς άλλο θα εφαινόμεθα κατώτεροι. Ώστε λοιπόν αυτά δι' αυτούς τους λόγους νομίζω πως πρέπει να τα παραλείψωμεν, αφού και βρίσκονται όπως πρέπει επαινεμένα. Δι' εκείνα όμως που κανείς έως τώρα ποιητής δοξάζοντάς τα δεν εδοξάσθη και που απόμειναν αμνημόνευτα, νομίζω πως πρέπει εγώ να κάμω λόγον δι' αυτά επαινώντας τα και παρακινώντας έτσι άλλους να τα περιλάβουν εις ωδάς και εις κάθε άλλου είδους ποιήματα, όπως ταιριάζει σ' εκείνους οι οποίοι τα έπραξαν.

Απ' αυτά δε που λέγω είναι πρώτα τα εξής: Τους Πέρσας που ήσαν άρχοντες της Ασίας και ήθελαν να υποδουλώσουν την Ευρώπην τους εσταμάτησαν αυτής εδώ της χώρας οι γόνοι οι δικοί μας πατέρες, που και δίκαιον είναι και πρέπει πρώτα- πρώτα αναφέροντάς τους να επαινέσω την ανδρείαν των. Όμως, διά να την εννοήση κανείς, προκειμένου να την επαινέση καλά, πρέπει να ανατρέξη με την σκέψιν του εις εκείνον τον καιρό, που ολάκαιρη μεν η Ασία ήτον δούλη του τρίτου ήδη βασιλέως· από αυτούς [τους τρεις] ο πρώτος, ο Κύρος, ελευθερώσας τους πατριώτας τους Πέρσας με την πολεμικήν του φρόνησιν σύγκαιρα υποδούλωσε και τους εξουσιαστάς των τους Μήδους κ' έγινε κύριος όλης της άλλης Ασίας έως εις την Αίγυπτον, ο δε υιός του έγινε κύριος και της Αιγύπτου και της Λιβύης, όσον του ήτο δυνατόν να προχωρήση με στρατόν· τρίτος δε [βασιλεύς] ο Δαρείος έως εις τους Σκύθας μεν κατά ξηράν εξάπλωσε την ηγεμονίαν του, την θάλασσαν δε και τας νήσους είχεν εις την εξουσίαν του με τα πλοία, ώστε μηδέ καν να λογιάζη πως ήτο δυνατόν να υπάρξη κανείς αντίπαλος αυτού. Τόσον πολλούς και μεγάλους και πολεμικούς λαούς είχεν υποδουλώσει το κράτος των Περσών.

Κατηγορώντας δε ο Δαρείος ημάς και τους Ερετριείς με την πρόφασιν ότι είχομεν τάχα επιβουλευθή τας Σάρδεις και στέλλοντας πεντακόσιες μεν χιλιάδες στρατό με πλοία φορτηγά και πολεμικά, τριακόσια δε πολεμικά πλοία και επί κεφαλής τον Δάτιν, είπε του πως πρέπει να γυρίση φέροντας μαζί του (δούλους) τους Αθηναίους και τους Ερετριείς, αν ήθελε να μη χάση την κεφαλή του· εκείνος δε φθάσας με τα πλοία εις την Ερέτριαν εναντίον ανδρών, που μεταξύ των τότε Ελλήνων ελογίζοντο από τους πιο ικανούς στον πόλεμο και που δεν ήσαν και λίγοι, τους ενίκησε μεν αυτούς εις τρεις ημέρας, διά να μη ξεφύγη δε κανένας τους ερεύνησε καλά όλην την χώραν των με τον ακόλουθον τρόπον: Εις τα σύνορα της χώρας των Ερετριέων ελθόντες οι στρατιώται του απλώθηκαν από τη μια θάλασσα ως την άλλη και ενώνοντας τα χέρια των ο ένας με τον άλλον επέρασαν έτσι όλην την χώραν, ώστε να μπορούν να ειπούν στον βασιλέα πως ουδ' ένας δεν τους είχε ξεφύγει (2).

Και κατά νουν έχοντες τα αυτά να κάμουν εκατέβησαν από της Ερετρίας εις τον Μαραθώνα, ωσάν να τους ήτον όμοια πρόχειρον να ζέψουν και τους Αθηναίους με το αυτόν τρόπον αναγκαστικώς μαζί με τους Ερετριείς και να τους φέρουν [εις την Ασίαν]. Ενώ δε αυτά άλλα μεν είχαν πραγματοποιηθή, άλλα δε επιχειρούντο, ούτε τους Ερετριείς εβοήθησε κανένας εκ των Ελλήνων ούτε τους Αθηναίους, εκτός μόνον οι Λακεδαιμόνιοι· και αυτοί δε έφθασαν την επομένην της μάχης ημέραν· όλοι δε οι άλλοι έχοντες πάθει κατάπληξιν έμεναν ήσυχοι, θέλοντας να σωθούν κατά το παρόν τουλάχιστον. Εις αυτά λοιπόν τα συμβάντα φθάνοντας δύναται καθένας να εννοήση τι μεγάλην ανδρείαν είχαν εκείνοι που επήγαν εις τον Μαραθώνα διά ν' αντικρούσουν την δύναμιν των βαρβάρων και που ετιμώρησαν την αλαζονείαν όλης της Ασίας και που πρώτοι στήσαντες τρόπαια [από νίκην κατά] των βαρβάρων έγιναν αρχηγοί και διδάσκαλοι εις τους άλλους ως προς το ότι δεν ήτον απολέμητη η δύναμις των Περσών, αλλ' ότι κάθε πλήθος και κάθε πλούτος υποτάσσεται εις την ενάρετον ανδρείαν.

Εγώ μεν λοιπόν λέγω πως είναι οι άνδρες εκείνοι όχι μόνον των σωμάτων των ιδικών μας πατέρες, αλλά και της ελευθερίας, και της ιδικής μας, ακόμη δε και [της ελευθερίας) όλων που κατοικούν αυτήν εδώ την ήπειρον διότι έχοντες εις τον νουν εκείνο το κατόρθωμα έλαβαν την τόλμην οι Ελληνες να ριψοκινδυνεύσουν εις τας μάχας που κατόπιν έγιναν υπέρ της σωτηρίας, γενόμενοι [έτσι] μαθηταί των πολεμιστών του Μαραθώνος.

Τα μεν πρωτεία λοιπόν κατά τον λόγον [αυτόν εδώ] πρέπει να δώσωμεν εις εκείνους, τα δευτερεία δε εις αυτούς που κατά θάλασσαν επολέμησαν και ενίκησαν κοντά εις την Σαλαμίνα και απ' έξω από το Αρτεμίσιον. Σαν που και διά τους άνδρας αυτούς πολλά θα ηδύνατο κανένας να εξιστορήση, πόσον μεγάλας δηλαδή δυνάμεις, που είχαν επέλθει [εναντίον μας], αντέκρουσαν και κατά γην και κατά θάλασσαν και με ποίον [καλόν] τρόπον έκαμαν τον αμυντικόν εναντίον εκείνων πόλεμον· όμως εκείνο που μου φαίνεται ότι είναι το καλύτερό τους [ανδραγάθημα], αυτό θα το αναφέρω, ότι δηλαδή την συνέχειαν του έργου των πολεμιστών του Μαραθώνος αυτοί την έκαμαν. Διότι οι μεν πολεμήσαντες εις τον Μαραθώνα τούτο μόνον έκαμαν φανερόν εις τους Έλληνας, ότι ολίγοι τους μπορούν να υπερασπισθούν εναντίον των βαρβάρων έστω πολλών, ως προς τον ναυτικόν όμως πόλεμον τούτο ήτο άδηλον και οι Πέρσαι μάλιστα είχαν φήμην πως ήσαν ακαταπολέμητοι κατά θάλασσαν και διά το πλήθος [των πλοίων] και διά τον πλούτον και διά την τέχνην και διά την δύναμιν· αυτό λοιπόν είναι εις έπαινον των ανδρών που επολέμησαν τότε κατά θάλασσαν, ότι τον φόβον που εκρατούσε τους Έλληνας τον διέλυσαν και τους έκαμαν να παύσουν να φοβούνται το πλήθος των πλοίων και των ανδρών. Ώστε συμπίπτει και υπό των δύο, ήτοι και εκείνων που επολέμησαν εις τον Μαραθώνα και εκείνων που εναυμάχησαν εις την Σαλαμίνα, να έχουν διδαχθή οι άλλοι Έλληνες μαθόντες από μεν τους πρώτους διά τον κατά ξηράν πόλεμον, από δε τους δευτέρους διά τον κατά θάλασσαν και συνηθίσαντες να μη φοβούνται τους βαρβάρους.

Εις τρίτην δε σειράν, λέγω, έρχεται το κατόρθωμα των Πλαταιών, και λόγω του αριθμού και λόγω της ανδρείας συντελεστικόν της σωτηρίας των Ελλήνων — κατόρθωμα που έγινεν από κοινού πλέον υπό των Αθηναίων και υπό των Λακεδαιμονίων. Και το πλέον μέγα λοιπόν και πλέον δύσκολον κατορθωμα έκαμαν αυτοί όλοι [τότε εις την περίστασιν εκείνην] πολεμούντες προς άμυναν και διά την ανδρείαν των αυτήν και τώρα από ημάς εγκωμιάζονται και εις το μέλλον [θα εγκωμιασθούν] υπό των κατόπιν ανθρώπων· ύστερα δε απ' αυτά πολλαί μεν πόλεις των Ελλήνων ήσαν ακόμη με το μέρος του βαρβάρου, διεδίδετο δε είδησις ότι αυτός ο ίδιος βασιλεύς [της Περσίας] ελογάριαζεν αυτοπροσώπως να επιχειρήση πάλιν εκστρατείαν κατά των Ελλήνων· ώστε δίκαιον επί του προκειμένου είναι να κάμωμεν ημείς λόγον [τιμητικόν] τώρα και δι' αυτούς, οι οποίοι έφεραν εις τέλος την σωτηρίαν [των Ελλήνων] καθορίσαντες τελειωτικά και αποδιώξαντες κάθε βαρβαρικήν δύναμιν από την θάλασσαν· αυτοί δε ήσαν και οι ναυμαχήσαντες απ' έξω από τον Ευρυμέδοντα και οι εκστρατεύσαντες εις την Κύπρον και οι πλεύσαντες εις την Αίγυπτον και εις πολλά άλλα μέρη, που πρέπει να κάμωμεν λόγον δι' αυτούς και να τους χρεωστούμεν χάριν, διότι έκαμαν τον βασιλέα φοβισμένον να σκεφθή διά την ιδικήν του σωτηρίαν και όχι να βάνη επίβουλα εις τον νουν του, την καταστροφήν των Ελλήνων.

Και αυτός μεν, ως γνωστόν, ο πόλεμος έγινε με όλας τας δυνάμεις της πόλεως προς υπεράσπισιν και ιδικήν μας και των άλλων ομοφύλων εναντίον των βαρβάρων. Όταν δε έγινεν ειρήνη και η πόλις μας ετιμάτο (απ' όλους) έπεσεν εναντίον αυτής, εκείνο δα που έχει συνήθεια να αναπτύσσεται (εις την ψυχήν) των ανθρώπων εναντίον των ευτυχισμένων, στην αρχή μεν ζηλοτυπία, κατόπιν δε από ζηλοτυπίαν φθόνος· και αυτό έφερε αυτήν εδώ την πόλιν να ευρεθή μη θέλοντας εις πόλεμον εναντίον των Ελλήνων· και όταν έτσι συνέβη πόλεμος εβοήθησαν μεν (οι Αθηναίοι) προς υπεράσπισιν της ελευθερίας των Βοιωτών πολεμώντας εις την Τανάγραν εναντίον των Λακεδαιμονίων, σαν που έμεινε δε αμφισβητήσιμον το αποτέλεσμα της μάχης, εφανερώθηκεν η υπεροχή (εις ποίον ανήκεν) από ό,τι έγινε κατόπιν· διότι εκείνοι μεν που είχαν έλθει βοηθοί των Βοιωτών αφήνοντάς τους έφυγαν, οι δε ιδικοί μας (πολεμισταί) στην τρίτην ημέρα νικήσαντες εις τους Οινοφύτους όλους εκείνους που άδικα έφευγαν, τους εξανάγκασαν δίκαια να επιστρέψουν. Αυτοί λοιπόν έτσι πρώτοι ύστερ' από τον Περσικό πόλεμο ερχόμενοι την φοράν αυτήν βοηθοί Ελλήνων υπέρ της ελευθερίας εναντίον άλλων Ελλήνων, γενόμενοι άνδρες ενάρετοι και αποδώσαντες την ελευθερίαν εις εκείνους που επήγαν να βοηθήσουν εβάλθησαν από την πολιτείαν τιμητικά πρώτοι εις τούτο εδώ το μνήμα. Κατόπιν δε απ' αυτά όταν άναψεν ο πόλεμος και όλοι οι Έλληνες έκαμαν εκστρατείαν εναντίον μας και ερήμαζαν την χώραν μας και ανάξια έτσι επλήρωναν την χάριν [που εχρεωστούσαν] εις την πόλιν, νικήσαντες όλους αυτούς εις ναυμαχίαν οι δικοί μας και συλλαβόντες τους αρχηγούς των τους Λακεδαιμονίους εις την Σφαγίαν, ενώ τους ήτον βέβαια δυνατόν να τους σκοτώσουν, όμως δεν τους επείραξαν και τους έδωκαν πίσω [εις την πατρίδα τους] και έκαμαν ειρήνην, έχοντες την γνώμην ότι με τους ομοφύλους μεν πρέπει να γίνεται ο πόλεμος μέχρι νίκης και να μη εξολοθρευθή το σύνολον των Ελλήνων από τον θυμόν μιας ιδιαιτέρως πόλεως, προς δε τους βαρβάρους [πρέπει να γίνεται ο πόλεμος] μέχρις εξολοθρευμού. Ώστε τούτους εδώ τους άνδρας αξίζει να επαινέσωμεν, οι οποίοι αυτόν τον πόλεμον πολεμήσαντες είναι εδώ θαμμένοι, διότι απέδειξαν, αν κανείς ευρίσκετο που να το αμφισβητούσε, ότι εκείνος που θα έλεγε τυχόν ότι εις τον πρωτυτερινόν πόλεμον τον εναντίον των βαρβάρων υπήρξαν άλλοι καλύτεροι των Αθηναίων δεν θα ισχυρίζετο κάτι αληθινόν· διότι αυτοί εδώ απέδειξαν τούτο, όταν η Ελλάς ευρέθη εις εμφύλιον πόλεμον, υπερισχύσαντες εις τον πόλεμον και κάμνοντες υποχειρίους των τους προϊσταμένους των άλλων Ελλήνων, που μαζί τους άλλοτε ενικούσαν τους βαρβάρους, νικώντας αυτούς τώρα ιδιαιτέρως.

Τρίτος δε πόλεμος ύστερ' απ' αυτήν την ειρήνην συνέβηκεν ανέλπιστος και φοβερός, που εις αυτόν αποθανόντες πολλοί και αγαθοί ευρίσκονται εδώ θαμμένοι, πολλοί μεν απ' αυτούς εις την Σικελίαν στήσαντες πλείστα τρόπαια πολέμου υπέρ της ελευθερίας των Λεοντίνων, που βοηθώντας τους διά να είναι πιστοί εις τους όρκους εταξίδεψαν εις εκείνους τους τόπους· ότε δε εξ αιτίας της μεγάλης αποστάσεως ευρέθη εις αμηχανίαν η πόλις και δεν ημπόρεσε να τους στείλη βοήθειαν, εξαντληθέντες αυτοί έπεσαν εις δυστυχίαν. Όμως και από τους εχθρούς των και από εκείνους που επολέμησαν με αυτούς έλαβαν έπαινον σωφροσύνης και ανδρείας περισσότερον παρ' ό,τι λαβαίνουν άλλοι [έπαινον] από τους φίλους των· πολλοί δε άλλοι υπήρξαν νικηταί εις τας ναυμαχίας που έγιναν εις τον Ελλήσποντον εις μίαν μόνην ημέραν αιχμαλωτίσαντες όλα τα πλοία των εχθρών, πολλάς δε και άλλας νικήσαντες νίκας. Εκείνο δε που προηγουμένως είπα, ότι δηλαδή ο πόλεμος υπήρξε φοβερός και ανέλπιστος, το είπα, διότι εις τόσην έχθριτα διά την πόλιν μας έφθασαν οι άλλοι Έλληνες, ώστε ν' αποτολμήσουν να στείλουν κήρυκας φιλίας εις τον βασιλέα [των Περσών], εκείνον, που μαζί μας είχαν διώξει, αυτόν τον ίδιον μόνοι τους να καλέσουν να έλθη, ένα βάρβαρον εναντίον των Ελλήνων και να συμμαζέψουν έτσι εναντίον της πόλεως όλους και τους Έλληνας και τους βαρβάρους. Απ' αυτό δα όμως έγινε καταφάνερη και η δύναμις και η ανδρεία της πόλεως. Διότι εκεί που ενόμιζαν [οι εχθροί] ότι χωρίς άλλο η πόλις μας θα κατανικηθή και ενώ είχαν απομείνει τα πλοία μας εις την Μυτιλήνην, αυτοί εδώ, αναλαβόντες την υπεράσπισιν με εξήντα πλοία και επιβιβασθέντες εις τα πλοία αυτοί οι ίδιοι και δειχθέντες πολεμισταί άριστοι, όπως γενικώς ωμολογήθη, νικήσαντες μεν τους εχθρούς, γλυτώσαντες δε τους φίλους, επειδή τους ήλθε τύχη που δεν τους άξιζε, διότι δεν διεσώθησαν όταν ευρέθησαν εις την θάλασσαν ναυαγοί, αποθανόντες, ευρίσκονται εδώ θαμμένοι. Αυτούς ημείς πρέπει πάντοτε να τους φέρωμεν εις την ενθύμησίν μας και να τους επαινούμεν διότι χάρις εις την ανδρείαν εκείνων ενικήσαμεν όχι μόνον εις την ναυμαχίαν τότε, αλλά και εις όλον γενικώς τον πόλεμον διότι απέκτησεν η πόλις εξ αιτίας αυτών την υπόληψιν ότι δεν θα είναι δυνατόν ποτέ να νικηθή η πόλις μηδέ από όλους τους ανθρώπους μαζί. Και αληθινή είναι η υπόληψις αυτή. Από την αναμεταξύ μας διάστασιν δε ενικήθημεν και όχι από άλλους· διότι ανίκητοι είμεθα ακόμη και τώρα από εκείνους τουλάχιστον, ημείς δε μόνοι μας και τον εαυτόν μας ενικήσαμεν και από τον εαυτόν μας ενικηθήκαμεν.

Ύστερα δε απ' αυτά όταν έγινεν ησυχία και ειρήνη προς τους άλλους, ο δικός μας ανάμεσό μας πόλεμος τοιουτοτρόπως διεξήχθη, ώστε, αν πεπρωμένον είναι εις ανθρώπους ποτέ να ευρεθούν εις στάσιν (1) , θα έπρεπε καθένας τους να εύχεται η δική του πατρίδα να μη πάθη αυτήν την αρρώστια διαφορετικά [από ημάς]. Διότι και από τον Πειραιά και από την πόλιν με πόσην προθυμίαν και οικειότητα συνενώθησαν πάλιν οι πολίται κατά τρόπον απροσδόκητον διά τους άλλους Έλληνας και με πόσην μετριοπάθειαν δεν έκαμαν τον πόλεμον της Ελευσίνος! και όλων αυτών αιτία τίποτ' άλλο δεν είναι παρά η πραγματική συγγένεια, που προκύπτει απ' αυτήν σταθερά και αδελφική φιλία, φανερωνομένη όχι με λόγους αλλά με έργα. Πρέπει λοιπόν να κάμωμε μνείαν και εκείνων που απέθαναν εις τον πόλεμον αυτόν, [φονευόμενοι] αναμεταξύ τους και με όποιον τρόπο μας είναι δυνατόν να τους συμφιλιώσωμεν, με προσευχάς δηλαδή και με θυσίας εις την περίστασιν αυτήν, προσευχόμενοι διά τούτο εις τους εξουσιαστάς των [τους θεούς δηλ. του Άδου] αφού και ημείς εσυμφιλιώθημεν. Διότι ούτε από κακίαν ούτε από έχθραν ευρέθηκαν αντιμέτωποι, αλλ' από κακήν τύχην. Μάρτυρες δε αυτών είμεθα ημείς οι ίδιοι οι ζώντες. Διότι την ιδίαν καταγωγήν με αυτούς έχοντες εδώκαμεν ο ένας εις τον άλλον συγχώρησιν και δι' όσα [κακά] εκάμαμεν και δι' όσα επάθαμεν.

Κατόπιν δε τούτου, όταν αποκατεστάθη ανάμεσό μας τελεία ειρήνη, έμενεν η πόλις μας ήσυχη συγχωρώντας μεν τους βαρβάρους, διότι παθόντες απ' αυτήν σημαντικά εξεδικήθησαν όχι ολίγον, έχουσα όμως αγανάκτησιν εναντίον των Ελλήνων, διότι ενθυμείτο πώς ευεργετημένοι απ' αυτήν της επλήρωσαν έτσι [αχάριστα] την ευεργεσίαν ελθόντες εις σύμπραξιν με τους βαρβάρους, και αφαιρέσαντές της τα πλοία, που μια φορά τους είχαν σώσει αυτούς τους ίδιους, και κατεδαφίσαντες τα τείχη της σε καιρό που είχαμ' εμποδίσει ημείς πρωτύτερα να κατεδαφισθούν τα δικά τους. Κ' έχοντες την απόφασιν η πόλις να μην έλθη πλέον εις βοήθειαν των Ελλήνων μήτε εις περίστασιν που Έλληνες αναμεταξύ των επιχειρούν να υποδουλώνη ο ένας τον άλλον μήτε εις περίστασιν που βάρβαροι επιχειρούν τούτο, εκυβερνάτο έτσι [ήσυχα]. Όμως, ενώ ημείς τοιουτοτρόπως εσκεπτόμεθα, οι Λακεδαιμόνιοι νομίσαντες, ότι ημείς μεν οι υπερασπισταί της ελευθερίας έχομεν ξεπέσει, ότι δε ιδικόν τους πλέον έργον είναι να υποδουλώσουν τους άλλους, εβάλθηκαν εις ενέργειαν.

Όμως τις η ανάγκη να μακραίνω τον λόγον; αφού όχι παλαιά ουδ' εις άλλην ανθρώπων εποχήν γενόμενα συμβάντα θα έλεγα, ιστορώντας όσα κατόπιν συνέβησαν· διότι ημείς [από ιδίαν μας αντίληψιν] γνωρίζομεν πως έχοντες κυριευθή από κατάπληξιν ήλθαν εις την ανάγκην [να ζητήσουν την βοήθειαν] της πόλεως και οι πρώτοι ανάμεσα στους Έλληνας οι Αργείοι, οι Βοιωτοί, οι Κορίνθιοι και ακόμα τούτο δε είναι το θαυμασιώτερον όλων — ο βασιλεύς [των Περσών] έχοντες περιπέσει εις τόσην αμηχανίαν, ώστε να παρσυσιασθή εις αυτόν απαραίτητα η ανάγκη από πούπετα αλλούθε να κατορθώση την σωτηρίαν του παρά απ' αυτήν εδώ την πόλιν, που τόσον επιθυμούσε να την εξολοθρεύση. Και αληθινά αν κανείς ήθελε να κατηγορήση την πόλιν μας δίκαια, μόνον τούτο λέγοντας σωστά θα την κατηγορούσε, το ότι είναι πάντα της πολύ φιλεύσπλαχνος και πρόθυμη να βοηθή τους πλέον αδυνάτους (3) . Έτσι και τότε δεν μπόρεσε να συγκρατήση τον εαυτό της και να τηρήση αυτά που είχεν αποφασισμένα, δηλαδή να μη έλθη εις βοήθειαν κανενός απ' αυτούς που την αδίκησαν, αν εκινδύνευεν αυτός να υποδουλωθή, αλλά εμαλάκωσε και ήλθεν εις βοήθειαν και τους μεν Έλληνας αυτή μόνη της βοηθήσασα τους έλυσεν από την δουλείαν, ως που πάλιν αυτοί μόνοι τους οι ίδιοι υπεδούλωσαν τον εαυτόν τους, εις δε τον βασιλέα αυτή μεν [επισήμως] δεν έλαβε την τόλμην να έλθη εις βοήθειάν του, μη θέλοντας να ντροπιάση έτσι τα τρόπαια του Μαραθώνος, της Σαλαμίνος και των Πλαταιών, όμως με το ν' αφήση μόνον φυγάδες και εθελοντάς να γίνουν βοηθοί, έτσι κατά την κοινήν ομολογίαν τον έσωσε. Κτίσασα δε πάλιν τα τείχη της και κατασκευάσασα στόλον, όταν ευρέθη πάλιν εις την ανάγκην να πολεμήση, δεχθείσα άφοβα τον πόλεμον [όταν τον εκίνησαν εναντίον της] επολεμούσεν υπέρ των Αργείων εναντίον των Λακεδαιμονίων.

Φοβηθείς τότε την πόλιν ο βασιλεύς [της Περσίας], όταν έβλεπε τους Λακεδαιμονίους να είναι υποδεέστεροι εις τον πόλεμον κατά θάλασσαν, θέλοντας να έλθη εις διάστασιν [με ημάς] απαιτούσε να του δοθούν [ως υπήκοοι] οι Έλληνες της Ασίας, που πρωτύτερα τους είχαν παραχωρήσει εις αυτόν οι Λακεδαιμόνιοι, θέτων τούτο ως όρον αν ηθέλαμεν να γίνη σύμμαχος εις ημάς και εις τους άλλους συμμάχους, νομίζων πως δεν θα το εστέργαμεν και έτσι θα είχε πρόφασιν ν' αποτραβηχθή. Και διά μεν τους άλλους συμμάχους ευρέθη απατημένος, διότι έδειξαν την θέλησιν να του παραχωρήσουν και συνεφώνησαν μεταξύ τους και ωρκίσθησαν οι Κορίνθιοι και οι Αργείοι και οι Βοιωτοί και οι άλλοι σύμμαχοι, αν πραγματικώς έδιδεν [ο βασιλεύς] χρήματα, να του παραχωρήσουν τους εις την Ασίαν Έλληνας· μόνοι δε ημείς δεν είχαμεν αυτήν την τόλμην ούτε να προβούμεν εις την παραχώρησιν ούτε να ορκισθώμεν διά τούτο. Τόσον είναι πράγματι σταθερόν και εύρωστον το αίσθημα γενναιότητος και ελευθερίας και μισοβαρβαρισμού, το οποίον έχει η πόλις μας διά τον λόγον ότι γνήσιοι είμεθα Έλληνες και με βαρβάρους δεν ήλθαμεν εις επιμιξίαν. Διότι ούτε διάφοροι Πέλοπες, ούτε διάφοροι Κάδμοι, ούτε Αιγύπτιοι και Δαναοί, ούτε διάφοροι άλλοι πολλοί βάρβαροι κατά το γένος των και μόνον κατά νόμον Έλληνες έχουν κατοικήσει μαζί μας, αλλ' ημείς Έλληνες και όχι με βαρβάρους ανάκατοι είμεθα της χώρας ημών κάτοικοι, δι' αυτό δε υπάρχει εσωτερικόν εις την πόλιν μας και αμετάβλητον το μίσος εναντίον ξένων φυλών. Έτσι όμως και δι' αυτό απομονώθημεν πάλιν, διότι δεν εστέρξαμεν να διαπράξωμεν έργον αισχρόν και ανόσιον, Έλληνας παραχωρούντες εις βαρβάρους. Ελθόντες λοιπόν εις την αυτήν κατάστασιν, εις την οποίαν και πρωτύτερα ευρισκόμενοι είχαμεν καταβληθή εις τον πόλεμον, τώρα εκάμαμεν με την βοήθειαν του θεού καλύτερα τον πόλεμον παρά τότε· διότι εβγήκαμεν από τον πόλεμον έχοντες και πλοία και τείχη και τας αποικίας τας ιδικάς μας· τόσον πρόθυμοι ήσαν να βγουν από τον πόλεμον και οι αντίπαλοί μας· όμως και εις τον πόλεμον αυτόν εχάσαμεν άνδρας εναρέτους και εκείνους που εφονεύθησαν εις την Κόρινθον ένεκα της κακής τοποθεσίας και εκείνους που εφονεύθησαν εις το Λέχαιον από προδοσίαν· ανδρείοι δε υπήρξαν και εκείνοι που ελευθέρωσαν τον βασιλέα και έδιωξαν από την θάλασσαν τους Λακεδαιμονίους, εκείνους δε εγώ μεν σας τους υπενθυμίζω, σεις δε πρέπει να επαινήτε όμοια και να εγκωμιάζετε τοιούτους άνδρας.

Και τα μεν έργα λοιπόν την ανδρών που είναι εδώ θαμμένοι και των άλλον όσοι χάριν της πατρίδος απέθαναν είναι αυτά, πολλά μεν και ωραία όσα ειπώθηκαν, πολύ δε περισσότερα ακόμη και καλύτερα είναι τα υπόλοιπα· διότι πολλά ημερόνυχτα δεν θα έφθαναν εις εκείνον που θα επρόκειτο όλα τελειωτικώς να ειπή. Ώστε ημείς ενθυμίζοντας αυτούς εις τους απογόνους των πρέπει να συμβουλεύωμεν κάθε άνδρα, όπως διά τον πόλεμον (γίνεται τούτο), να μη εγκαταλίπη την τάξιν των προγόνων μηδέ να επιστρέφη εις τα οπίσω αθλίως οπισθοχωρών. Εγώ μεν λοιπόν, ω παιδιά γενναίων ανδρών, και τώρα σας προτρέπω και εις το μέλλον όπου τυχαίνει να σας συναντώ θα σας υπενθυμίζω και θα σας προτρέπω να προσπαθήτε πρόθυμα να είσθε άριστοι. Κατά το παρόν δε σωστό είναι να σας επαναλάβω όσα οι πατέρες σας όταν επέσκηπταν οι κίνδυνοι, μας εσυνιστούσαν, αν τους συνέβαινε να πάθουν, διά να τα ειπούμεν ημείς εις τους επιζώντας [συγγενείς των]: και όσα θα σας έλεγαν μ' ευχαρίστησίν των αυτοί οι ίδιοι, αν μπορούσαν [να μιλήσουν], συμπεραίνοντές τα εγώ απ' όσα έλεγαν εκείνοι τότε· πρέπει όμως ακούοντας όσα θ' απαγγέλλω να νομίζετε ότι απ' αυτούς τους ίδιους τακούετε· έλεγαν δε τα εξής:

Ω παίδες, το ότι μεν είσθε από πατέρας ανδρείους, τούτο αποδεικνύεται από το ήδη παρόν (4) . Ημείς δε, ενώ μας ήτο δυνατόν να ζώμεν καλώς, επροτιμήσαμεν ν' αποθάνωμεν καλύτερα πριχού σας και τους ύστερ' από σας αφήσωμεν ντροπιασμένους και πριχού τους πατέρας μας και όλους τους προγόνους μας εντροπιάσωμε· έχοντες την γνώμην ότι εκείνος που ντροπιάζει το γένος του δεν αξίζει να ζη και ότι ένας τέτοιος ούτε εις τους ανθρώπους, ούτε εις τους θεούς δύναται να είναι αγαπητός, ούτε επάνω εις την γην, ούτε αποκάτω από την γην όταν αποθάνη. Πρέπει λοιπόν έχοντες εις την μνήμην σας τους ιδικούς μας λόγους, εάν και άλλην [εκτός της πολεμικής) καμμίαν ασχολίαν έχετε, να την εξασκήτε με αρετήν, γνωρίζοντες καλά ότι όλα, όταν αυτό τους λείπει, και τα κτήματα και τα επαγγέλματα είναι άσχημα και κακά· διότι ούτε ο πλούτος φέρνει λαμπρότητα εις εκείνον που τον έχει όντας άνανδρος, διότι δι' άλλους ο τοιούτος είναι πλούσιος και όχι διά τον εαυτόν του· ούτε η ωραιότης του σώματος και η δύναμις, υπάρχοντα εις δειλόν και άνανδρον, φαίνονται ταιριασμένα επάνω του, αλλ' ανάρμοστα και κάνουν μάλιστα περισσότερον να παρουσιάζεται εκείνος που τα έχει [τι είδους άνθρωπος είναι] και φανερώτερην κάνουν την δειλίαν του· και κάθε σοφή γνώσις χωρίς να συνοδεύεται από την δικαιοσύνην και από την άλλην αρετήν φαίνεται πονηρία και όχι σοφία. Δι' αυτούς λοιπόν τους λόγους η πρώτη και η τελευταία και η παντοτινή φροντίδα σας να είναι πώς να προσπαθήτε πάντοτε κατά ποίον τρόπον να υπερβήτε και ημείς ακόμη τους προγόνους σας εις την δόξαν. Ει δ' αλλέως, ξέρετέ το, εάν μεν σας νικώμεν ως προς την αρετήν, η νίκη μας αυτή μας φέρει εντροπήν, εάν δε νικώμεθα από σας [εις την αρετήν], η ήττα μας φέρει ευδαιμονίαν. Και χωρίς άλλο ημείς ήθελε νικηθώμεν και σεις ηθέλετε νικήσει, εάν παρασκευάσετε τον εαυτόν σας τοιουτοτρόπως, ώστε να μη κάμετε κατάχρησιν της δόξης των προγόνων μηδέ να καταδαπανήσετε αυτήν, γνωρίζοντες ότι εις άνδρα που θαρρεί ότι είναι κάτι δεν γίνεται πιο μεγάλη εντροπή από το να παρουσιάζη τον εαυτόν του να τον τιμούν όχι διά την αξίαν του εαυτού του, αλλά διά την δόξαν των προγόνων· διότι είναι μεν η τιμή των γονέων ωραίος θησαυρός και μεγαλοπεπής εις τους απογόνους· το να μεταχειρίζεται όμως ένας θησαυρόν χρημάτων και τιμών και να μη αφήνη αυτόν εις τους απογόνους του είναι κακόν και άνανδρον, διότι φανερώνει την αναξιότητά του εις το να κάμη ο ίδιος μόνος του αποκτήματα και τιμάς. Και αν μεν αυτά [όσα σας λέγομεν] εφαρμόσετε εις την ζωήν σας θα έλθετε φίλοι να μας εύρετε φίλους, όταν της μοίρας σας η τάξις σας φέρη [εις τον Άδην]· αν δε τα αμελήσετε και ξεπέσετε εις κακίαν, κανείς δεν θα σας υποδεχθή φιλικά. Εις τα παιδιά μεν αυτά ας είναι ειπωμένα.

Τους πατέρας μας δε, όσοι τυχόν ζουν, και τας μητέρας μας πρέπει πάντα να τους παρακινούμεν παρήγορα πώς να υποφέρουν ελαφρότερα την συμφορών, όταν τύχη αυτή να συμβή, και να μη προσπαθούν ν' αυξάνουν την θλίψιν των — διότι δεν θα υπάρχη έλλειψις θλιβερού πράγματος, διότι αρκετά η τύχη θα πορίζη εις αυτούς τούτο [το θλιβερόν] — αλλά να προσπαθώμεν ν' ανακουφίζωμεν αυτούς και να τους ησυχάζωμεν ενθυμίζοντάς τους ότι εκείνα τα μεγαλύτερα που ηύχοντο τα εισήκουσαν οι θεοί και τα επραγματοποίησαν· διότι δεν έκαναν ευχάς τα παιδιά τους να γίνουν αθάνατα, αλλά ανδρεία και δοξασμένα· και αυτά δα, που είναι τα μεγαλύτερα αγαθά, τα έλαβαν. Αλλέως και δεν είναι εύκολον εις άνδρα θνητόν όλα να του βγαίνουν εις το διάστημα της ζωής, όπως τα σκέπτεται. Και υποφέροντες γενναία τας συμφοράς θα φανούν ότι πραγματικά όντας ανδρείων παιδιών πατέρες είναι και αυτοί τοιούτοι [ανδρείοι]· ενώ, αν καταβάλλωνται από την λύπην, θα γεννήσουν την υποψίαν ή ότι δεν είναι δικοί μας πατέρες ή ότι εκείνοι που μας επαινούν λέγουν ψέμματα. Κανένα δε από τα δύο αυτά δεν ταιριάζει, αλλ' απεναντίας εκείνοι μάλιστα πρέπει να γίνωνται δι' έργων επαινέται μας, φανερώνοντας τον εαυτόν τους έτσι ώστε να δείχνεται ότι πράγματι είναι άνδρες πατέρες ανδρών. Όμως και εις την περίστασιν αυτήν το παλαιόν λόγιον «μηδέν άγαν» λεγόμενον παρουσιάζεται καλώς λεγόμενον διότι αληθινά επιτυχώς τώρα λέγεται. Διότι όποιος δεν εξαρτά παρά από τον εαυτόν του τα μέσα διά να φθάση εις την ευδαιμονίαν ή να την πλησιάση και δεν κρεμιέται απ' άλλους ανθρώπους, ώστε από το αν ευτυχήσουν ή δυστυχήσουν αυτοί αναγκαστικά να λαμβάνη ομοίως περιπετείας και η ζωή του, αυτός είναι ο αληθινά συνετός και αυτός είναι ο ανδρείος και ο φρόνιμος. Αυτός, και όταν αποκτήση χρήματα και παιδιά και τα χάση, όμοια θα συμμορφωθή με την παροιμίαν. Ούτε χαιρόμενος υπερβολικά ούτε λυπούμενος [υπερβολικά] θα φανή, διότι εις τον εαυτόν του μόνον δίδει βάσιν. Τέτοιοι δε έχομεν ημείς τουλάχιστον την αξίωσιν να είναι οι ιδικοί μας και τέτοιους τους θέλομεν και υποστηρίζομεν ότι είναι και τέτοιο παρουσιάζομεν τον εαυτό μας, χωρίς δηλαδή υπερβολικήν αγανάκτησιν ουδέ φόβον, αν τυχόν είναι χρεία τώρα ν' αποθάνωμεν· παρακαλούμεν λοιπόν και τους πατέρας και τας μητέρας αυτών, έχοντας τον όμοιον τρόπον σκέψεως, να περάσουν την επίλοιπη ζωή τους και να ξέρουν καλά πως όχι θρηνώντας και μυρολογώντας μας θα μας είναι πολύ ευχάριστοι, αλλ' αν οι πεθαμμένοι διατηρούν κάποιαν αίσθησιν των ζώντων τόσο πιο πολύ θα μας δυσαρεστούσαν, όσο έκαναν τυχόν τον εαυτόν τους να υποφέρη και ελυπούντο βαριά διά τας συμφοράς· ελαφρά δε και μέτρια λυπούμενοι παραπολύ θα μας ήσαν ευχάριστοι. Διότι η δική μας ζωή θα έχη πλέον το καλύτερον τέλος απ' όσα μπορεί να συμβούν εις τους ανθρώπους, ώστε αρμόζει να εγκωμιάζουν μάλλον αυτό παρά να θρηνολογούν, λαμβάνοντες δε φροντίδα για της γυναίκες μας και τα παιδιά μας και ανατρέφοντές τα και εις τούτο αφιερώνοντες την προσοχήν των, έτσι και την δυστυχίαν περισσότερον όσο το δυνατόν θα ελησμονούσαν και ωραιότερα θα εζούσαν και ορθότερα και αγαπητότερα εις ημάς. Αυτά δα λοιπόν είναι αρκετά να ειπωθούν από μέρους μας εις τους ιδικούς μας· προς την πόλιν δε ηθέλαμεν κάμει την δέησιν να λάβη προς χάριν μας φροντίδα των πατέρων μας και των παιδιών μας, αυτά μεν μορφώνοντας καλά, εκείνους δε γηροκομώντας όπως αξίζει· αν και καλά γνωρίζομεν ότι, και αν ημείς δεν παρακαλέσωμεν, πάντοτε αρκετά θα φροντίση δι' αυτό [η πόλις] μόνη της.

Αυτά λοιπόν, ω παίδες και γονείς των αποθαμμένων, και εκείνοι μας ανέθεσαν να σας απαγγείλωμεν και εγώ όσον μπορώ προθυμότατα σας απαγγέλλω. Και αφ' εαυτού μου υπέρ εκείνων παρακαλώ, τους μεν [παίδας] να μιμούνται τους γονείς των [τους αποθαμμένους), τους δε [πατέρας] να έχουν θάρρος χάριν των ιδικών των [παιδιών], διότι ημείς και ιδιωτικώς και από του δημοσίου ταμείου θα σας γηροκομήσωμεν και θα σας επιμεληθώμεν, όπου και όπως καθένας μας τύχη να συναντήση καθένα από τους συγγενείς εκείνων. Την φροντίδα δε της πόλεως ως προς τούτο την γνωρίζετε κάπως και σεις οι ίδιοι, ότι δηλαδή έχοντας βάλει νόμους ως προς τα παιδιά και τους γονείς εκείνων που πεθαίνουν εις τον πόλεμον αναλαμβάνει να φροντίζη δι' αυτούς και έχει προστάξει να επιβλέπη η ανωτάτη της πολιτείας αρχή, παραπάνω παρά διά τους άλλους πολίτας, ώστε οι πατέρες και οι μητέρες [των αποθαμμένων εις τον πόλεμον] να μη αδικούνται· τα παιδιά τους δε από κοινού τα ανατρέφει φροντίζουσα πώς προ πάντων να μένη αφανέρωτη εις αυτούς η ορφανία, παρουσιαζομένη ωσάν πατέρας τους αυτή αφ' όταν είναι ακόμη παιδιά· και όταν φθάσουν να γίνουν άνδρες τους εξαποστέλλει εις τα σπίτια των, στολίζοντάς τους με πανοπλίαν, θέλοντας να υποδείξη έτσι και να τους ενθυμίση τον τρόπον της ζωής του πατέρα των, δίνοντάς τους όργανα [όπλα] προς εξάσκησιν της πατρικής ανδρείας και συνάμα προς καλόν οιωνόν, ώστε να πρωταρχίσουν να παν εις το πατρικό τους σπίτι να το διοικήσουν διά της δυνάμεώς των στολισμένοι με όπλα. Αυτούς δε τους πεθαμμένους ποτέ δεν παύει να τιμά [η πόλις] κάθε χρόνον κάμνουσα από κοινού εις όλους τα πρέποντα (5) [μνημόσυνα], τα οποία και ιδιαιτέρως εις καθένα γίνονται, προς τούτοις δε έχουσι συστήσει προς τιμήν τους αγώνας γυμναστικούς και ιππικούς και κάθε καλής ασκήσεως πνευματικής και χωρίς επιτήδευσιν (6) έτσι παρουσιαζομένη διά μεν τους αποθαμμένους ωσάν πατέρας, διά δε τους γονείς των και τους άλλους συγγενείς των ωσάν επίτροπος, λαμβάνοντας τοιουτοτρόπως φροντίδα δι' όλα, δι' όλον τον καιρόν. Και αυτά έχοντες εις την ενθύμησίν μας πρέπει μαλακώτερα να υποφέρετε την συμφοράν. Διότι και εις τους αποθανόντας και εις τους ζωντανούς τοιουτοτρόπως θα είσθε πλέον αγαπητοί και πλέον πρόσφοροι εις το να φροντίζετε διά τους άλλους και να φροντίζεσθε απ' αυτούς. Τώρα δε πλέον και σεις και όλοι οι άλλοι από κοινού έχοντες μυρολογήσει σύμφωνα με τον νόμον τους αποθαμμένους απέλθετε.

Αυτός, αν αγαπάς, ο λόγος, ω Μενέξενε, είναι της Ασπασίας της Μιλησίας.

Μενέξενος

Μα τον Δία, ω Σωκράτη, αξιομακάριστη είναι η Ασπασία σου, αν γυναίκα όντας έχει την ικανότητα να συνθέτη τέτοιους λόγους (7) .

Σωκράτης

Αλλ' αν δεν πίστευες ακολούθει μαζί μου και θα την ακούσης την ίδια να μιλή [έτσι|.

Μενέξενος

Πολλάκις, Σωκράτη, εγώ έτυχε να συναναστραφώ την Ασπασίαν και γνωρίζω ποία είναι.

Σωκράτης

Τι λοιπόν; Δεν την θαυμάζεις και δεν της χρεωστάς χάρι για τον λόγο αυτό;

Μενέξενος

Και μεγάλη μάλιστα χάρι χρωστώ εγώ, Σωκράτη, για τον λόγο αυτό σ' εκείνην ή σ' εκείνον πού σου είπε τυχόν αυτόν και σύγκαιρα άλλη μεγάλη χάρι χρωστώ σ' αυτόν που μου τον είπε.

Σωκράτης

Πάει καλά. Όμως να μη το μαρτυρήσης [ότι σου απήγγειλα τον λόγον], για να σου απαγγείλω κι' άλλους ακόμη πολλούς και καλούς πολιτικούς λόγους δικούς της.

Μενέξενος

Να είσαι ήσυχος· δεν θα το μαρτυρήσω· μονάχα εσύ απάγγελλε [λόγους].

Σωκράτης

Αυτό δα θα γίνεται (ολοένα).



1) Ο Πλάτων επίτηδες εδώ και εις πολλά άλλα μηδαμινολογεί, αναφέρων ανεκδοτικάς λεπτομερείας, όπως έκαμναν οι φλύαροι ρήτορες.

2) Ο Πλάτων επίτηδες εδώ με σοφίσματα παραδοξολογεί όπως οι σοφισταί ρήτορες.

3) Ειρωνία της πολυπραγμοσύνης των Αθηνών.

4) Εις το κείμενον η φράσις είναι: «αυτό μηνύει το νυν παρόν.» Εξηγείται δε από άλλους μεταφραστάς «τούτο αποδεικνύεται (φανερώνεται από την παρούσαν περίστασιν (ή τελετήν). Αλλά σύμφωνα με την αισθητικήν της Αττικής διαλέκτου η φράσις είναι πλέον αόριστη και πλέον γενική.

5) Εις τας Αθήνας εγίνοντο κάθε χρόνον εορταστικά μνημόσυνα, των πεσόντων εις τους πολέμους, τα οποία όμως εκατάντησαν εις την εποχήν της παρακμής να είναι επίδειξις των ρητόρων και άδοξη του πλήθους μεγαλαυχία μάλλον παρά τιμή των ηρώων και φρονηματισμός του λαού. Διά τούτο περιλαμβάνει και τας εορτάς αυτάς εις την σατυρικήν ειρωνείαν του ο Πλάτων.

6) Η λέξις του κειμένου είναι: «ατεχνώς» της οποίας το διφορούμενον νόημα δεν μπορεί να αποδοθή.

7) Ο Πλάτων απέδωκε τον παράξενον αυτόν επιτάφιον εις την Ασπασίαν, ειρωνευόμενος το φημολογούμενον ότι η Ασπασία εβοήθει τον Περικλέα εις τα πολιτικά ζητήματα και σατυρίζων τούτο είτε ως γεγονός είτε ως φήμην. Ίσως όμως και η πρόθεσίς του να δείξη ότι αι ρητορικαί απεραντολογίαι αρμόζουν μάλλον εις γυναικείον νουν τον παρεκίνησαν εις τούτο.